Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Χωρίς τίτλο

(Σήμερα άνοιξα ένα από τα παλιά μου τετράδια και βρήκα μερικά παλιά μου ποιήματα... μάλλον τα έγραψα πριν από ενάμισι χρόνο)

Γιατί να σ' αγαπώ;
Για να σε βλέπω να φεύγεις;
Για να σε βλέπω να εξαφανίζεσαι;
Για να σε βλέπω θλιμμένο;

Θα γινόμουν ότι θέλεις στα χέρια σου
Εγώ πηλός & εσύ ο γλύπτης
Για αν σε δω χαρούμενο
θα εξαφανιζόμουν ακόμα

Η αλήθεια είναι, αυτή τη στιγμή δε θέλω να υπάρχω
Πονάει να υπάρχω
Αλλά δε με νοιάζει όσο υπάρχεις εσύ
για να σε βλέπω

Σαν ένα αστέρι στον ουρανό
Ή σαν μια μαύρη τρύπα
Ανεξιχνίαστο, σκοτείνο και μακρινό
και απόλυτα μοναχικό

Να τραβάς τους άλλους κοντά σου
για να μην είσαι πια μοναχικός
και να τους εξαφανίζεις τελικά
κάτω από τον ορίζοντα των φαινομένων σου

Ιστορία φαντασμάτων

(Σήμερα άνοιξα ένα από τα παλιά μου τετράδια και βρήκα μερικά παλιά μου ποιήματα... μάλλον τα έγραψα πριν από ενάμισι χρόνο)

Έλπιζε κάποτε να το καταλάβει
Ήθελε να του το φωνάξει μα δε μπορούσε
Ήθελε να του πει τι κάνει
αλλά τα φαντάσματα δεν ακούγονται

Απλώς κάθησε στο δρόμο κοιτάζοντάς τον
Μια χλομή και αδύναμη φιγούρα στο σκοτάδι
να παρακολουθεί την όμορφη φιγούρα του
Να τον βλέπει να φεύγει σιωπηλά

"Δεν είναι ο ρόλος σου αυτός
να σπρώχνεις τους άλλους στο φως & να μένεις στο σκοτάδι
Αλλιώς θα πρεπε να 'σαι
Να βρίσκεσαι στο φως & να τραβάς τους άλλους κοντά σου"

Αλλά δεν είχε φωνή να το φωνάξει
δεν είχε τη δύναμη να εμφανιστεί
Η χλομή της φιγούρα άρχισε να σβήνει
Το σκοτάδι τύλιγε το λευκό της φόρεμα
Κάποιο χέρι άδραξε το δικό της
"Μη φεύγεις..."
Η μορφή του δίπλα της
Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της

Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά
Πολύ αργά για να γυρίσει...
ή μήπως όχι;

Ο μαθητευόμενος

(Σήμερα άνοιξα ένα από τα παλιά μου τετράδια και βρήκα μερικά παλιά μου ποιήματα... μάλλον τα έγραψα πριν από ενάμισι χρόνο)

Ο μικρός μάγος κάθησε κάτω
Τα πόδια του είχανε απότομα κοπεί
Δεν αντέχει την απόρριψη
Δεν του αρέσει να χάνει

Πιο παλιά δεν τον ενδιέφερε
Δε δενότανε με κανέναν
Ούτε καν με την οικογένειά του
Ήτανε αυτός κι ο κόσμος

Τώρα όμως ο κόσμος του είναι ένας άνθρωπος
Δε μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει
Ίσως και να μην θέλει να καταλάβει
Θέλει από κάπου να πιαστεί

Θέλει να τρέξει, να φωνάξει
Θέλει να νιώσει πως υπάρχει
Θέλει να κάνει κάτι τρελό και μετά...
Μετά να κάνει το πιο δύσκολο μαγικό

Να εξαφανίσει τον κόσμο
Να χαθεί σιγά σιγά από τα μάτια του
Να μην τον ξαναδεί
Να μην ξανακούσει κανέναν

Να μείνει μοναχός του
Στην ησυχία του
Στο μαύρο
Στη μοναξιά του

Ώσπου να μην αντέχει άλλο
Ώσπου να γίνει ένα τίποτα
να έχει γίνει ένα με τον κόσμο
και τότε να μπορέσει να ξαναγυρίσει σ' αυτόν

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Μέσα στα βιβλία

κι όμως αυτός είχε ζήσει
ίσως και παραπάνω από μας

μικρός έπαιζε στη χώρα των ονείρων
ο πρώτος του έρωτας ήταν η χιονάτη

είχε ταξιδέψει στη χώρα του Ποτέ
και είχε γνωρίσει κάθε λογιών ανθρώπους

ένα παραμύθι η ζωή του
ένα παραμύθι η ξωτικιά του αγάπη

σε μια σελίδα κάποτε όλα χάθηκαν
σε μια σελίδα την περιμένει να γυρίσει

Σάββατο 18 Απριλίου 2009

δυο λόγια

Με δυο λέξεις σου μπορώ να νιώθω όλο
το βάρος του κόσμου στην καρδιά μου
δυο σου λόγια μόνο θέλει
ο κόσμος να εξαφανιστεί
είναι πολύ βαριά η καρδιά μου
και δε με βοηθάς να τη σηκώσω

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Καρδιά

Η καρδιά μου είναι βαριά... πολύ βαριά...

αλλά η δική σου κάνει τη δική μου να πετάει

Ονειροπαγίδα


Κλαίγοντας μια μέρα γύρισα στο σπίτι μου
νιώθοντας τον αέρα λιγοστό, τον κόσμο να με πλακώνει
Σε κομμάτια χαρτονιού ζωγράφισα τα μπερδεμένα του μυαλού μου κομμάτια
Σε ονειροπαγίδα μέσα τα έπλεξα, αντί για φτερά μ' αυτά την στόλισα
ξεκάθαρα, παγιδευμένα σε μια σωστή σειρά να στέκουν